londra





Κούτες, κέικ, τρελές γειτόνισσες και ένας υπέροχος δρόμος στο Notting Hill.

Λονδίνο, ώρα 9.25 το πρωί.

Το Notting Hill δεν έχει ξυπνήσει ακόμα. Ανάμεσα σε κούτες και βαλίτσες, με μια γάτα που παίζει με την ζακέτα μου, δίπλα σε ένα τραπέζι γεμάτο σοκολάτες, εισιτήρια για μιούζικαλ και Oyster cards, βρίσκομαι εγώ. Πίνω καφέ από το Hummingbird Bakery που φτιάχνει κάτι φοβερά κέικ (τρώω ένα από αυτά, ονόματι Red Velvet ). Η Β. νοίκιασε σπίτι στο Portobello Road, μαζί με δύο κοπέλες. Η θέα του σπιτιού απίστευτη, το σπίτι ολοκαίνουργιο, όλα βαίνουν καλώς- αν εξαιρέσεις την τρελή γειτόνισσα του πρώτου που γνωρίσαμε χτες το πρωί. Καθώς ανεβάζαμε τις κούτες στο σπίτι (εδώ δεν έχει ασανσέρ ), νιώσαμε μια παρουσία πίσω μας και μια αρνητική ενέργεια να ξεχειλίζει τον δεύτερο όροφο. Γυρνώντας αντικρίσαμε μια εξοργισμένη μαύρη γυναίκα, με αφάνα και κοκάλινα γυαλιά, να φωνάζει πως αν ποτέ ξαναφήσουμε την πόρτα της εισόδου ανοιχτή θα μας καταγγείλει και θα φροντίσει να ξεκουμπιστούμε μια και καλή. Κατέβηκα να αγοράσω ψωμί, αγόρασα εισιτήρια σινεμά –Eat Pray Love, γνώρισα τη σχεδιάστρια που μένει στο τέλος του δρόμου η οποία φτιάχνει εκκεντρικά καπέλα με φτερά. Οι ποδηλάτες βρίσκουν την χαρά τους στο Notting Hill. Ελάχιστα αυτοκίνητα. Στην επιστροφή, διαπίστωσα πως η τρελή του πρώτου με παρακολουθεί κρυμμένη πίσω από τη κουρτίνα, από το παράθυρο της κουζίνας της.

Οι γαλότσες δεν ζεσταίνουν καθόλου τα πόδια μου. Τουρτουρίζω ψάχνοντας τη στάση του μετρό και όταν φτάνω διαπιστώνω πως η κίτρινη γραμμή έχει καθυστέρηση λόγω επιδιορθώσεων. Χάνομαι, ξαναβρίσκομαι στην αρχή, ένας καλός χριστιανός μου εξηγεί πως ακριβώς να φτάσω στον προορισμό μου. Αγοράζω 3 t-shirts με δέκα λίρες, όλα με στάμπες των Beatles. Φυσάει. Στέκομαι δίπλα σε δυο μουσικούς δρόμου και περιμένω τις υπόλοιπες. Γουρλώνω τα μάτια όταν βλέπω να με προσπερνούν δεκάδες άνθρωποι ντυμένοι γορίλες. «Βοηθήστε να σωθούν οι 720 εναπομείναντες γορίλες των βουνών».

«Όταν έφυγα από την Ελλάδα για μήνες έλεγα πως έχω εισιτήριο με ανοιχτή ημερομηνία για να γυρίσω πίσω. Δύο χρόνια μετά λέω το ίδιο κάθε φορά που μαλώνω με κάποιον Άγγλο, κάθε φορά που αρνούμαι να περάσω άλλες δέκα μέρες με βροχή και κρύο, κάθε φορά που βλέπω φωτογραφίες των φίλων μου στο facebook- Αλλά είναι ωραία εδώ και δεν νομίζω πως θα το χρησιμοποιήσω σύντομα. Αλλά θα γυρίσω σίγουρα. Μου λείπει η Ελλάδα. Εδώ εκτιμάς την οργάνωσή των άγγλων αλλά εδώ εκτιμάς και τη κουλτούρα των ελλήνων. Θα γυρίσω» μου λέει ένας τύπος στην παρέα. Χαμογελάω και κοιτάω τα νερά στον Τάμεση που σκουραίνουν όσο περνά η ώρα. Έρχεται καταιγίδα.

για τα πανηγύρια

Όχι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει! Μία ομάδα τσιγγάνων παίζουν Μπρέκοβιτς, δίπλα μας ένα τσούρμο παιδιά με συστάδες μπαλονιών στα χέρια χορεύουν σα τρελά, και εγώ αγοράζω παγωτό από τον Λάκη τον Πυραβλάκη. Η μαμά μου, μου φέρνει λουκουμάδες από την Καίτη, η παρέα μου, μου σερβίρει σουβλάκια στη ταβέρνα του Κώστα του Ψευταρά, και όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα πανηγύρι που μόνο με παράνοια μπορεί να μοιάζει. Στο πανηγύρι του Αιγινίου, γίνεται το αδιαχώρητο. Παντού μαϊμού τσάντες και τσίκνα, κλαρίνα και λουκουμάδες, μυρωδιά από φτηνές κολόνιες, χρώματα και φασαρίες, βρακιά και φανελάκια, τα 5- 3 ευρώ, σουτιέν με 2 ευρώ, πλαστικά παιχνίδια, γύψινα διακοσμητικά κήπου, και πάλι λουκουμάδες και πάλι σουβλάκια. Οργασμός χρωμάτων και μουσικών, κάθε γωνία έχει το δικό της σάουντρακ, και δύο κλαμπ στη μέση του πανηγυριού. Ένας παππούς μας έχει πάρει στο κατόπι για να μας πουλήσει μαχαιροπήρουνα. Ταβέρνες πολλές, πάρα πολλές. Δεν μπορείς να προσανατολιστείς με τόση φασαρία. Ένας βόμβος, συδιασμός μπιτ με τσιφτετέλι, μπουζουκιού και ροκ. Κλαμπ κάτω από υπόστεγα. Με φωτιστικά, με σταντ, με ντιτζέυ, με μπαρ. Φωτογραφίζουμε με μανία, η Στέλλα για το ερευνητικό της πάνω στο κιτς, εγώ τα μπαλόνια και τα παιδάκια. Μόλις μας παίρνουν χαμπάρι οι γύρω πωλητές στήνονται ανά τριάδες και μας ζητούν να τους φωτογραφίσουμε.

Στον Μάριο Φραγκούλη.

Ξαστεριά, καλός καιρός, περιμένουμε να αρχίσει η συναυλία. Ο Μύλος είναι γεμάτος, ζευγαράκια, νέοι, ηλικιωμένοι, ζευγάρια, παρέες, έχουν στήσει πηγαδάκια και συζητούν, για τη συναυλία των Placebo, για τις εκλογές, ποιος θα βγει, ποιος προηγείται, πότε θα με προσλάβουν, πότε θα ζήσω μόνος μου κι όχι με τους δικούς μου, πότε θα πάρω πτυχίο πόσοι θα μείνουμε φέτος στην πόλη, πόσοι φεύγουν, πού θα βρούμε δεύτερη δουλειά. Πού και πού περνά η αμαξοστοιχία, και τρανταζόμαστε. Η μουσική αρχίζει, ο Φραγκούλης βγαίνει, και όλοι ησυχάζουν. Φωνή που σε καθηλώνει, τραγούδια που τα σιγοτραγουδάς, δυόμισι χορταστικές ώρες.

Μείνε.

Μουσικές συναυλίες, οργανώσεις που κάνουν μικρές επαναστάσεις, φοιτητές που φυτεύουν λουλούδια σε παρτέρια, κοφτερά μυαλά, διαφορετική γενιά.

Για κάτι τέτοια λες αξίζει να ζω ακόμα εδώ. Για τις συναυλίες και την καλή ελληνική μουσική, για τους ανθρώπους που βγάζει η χώρα και αξίζουν, για τους δικούς σου, γιατί ακόμα έχεις όνειρα, για τον ήλιο, γιατί αν αποφασίσεις να αλλάξεις κάτι, μπορείς. Αρκεί να έχεις όρεξη να συμμετέχεις, να τα δεις όλα αλλιώς. Γιατί ο ωχαδερφισμός είναι κάτι που χαρακτηρίζει άλλες γενιές, όχι εσένα, όχι πια. Γιατί αξίζει ακόμα να το προσπαθήσεις, πριν φύγεις. Γιατί αν φύγεις κι εσύ, τι θα μείνει πίσω;